jump to navigation

Η Αθήνα με τα μάτια νεαρού μετανάστη Σάββατο, 1 Νοέμβριος 2008

Posted by xalkida in Φωτογράφος.
trackback
Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ

Γνώρισε τη φωτογραφία εντελώς τυχαία σε ηλικία 19 ετών. Δούλευε στα 120 Ενωμένα Εργοστάσια Επίπλων. Μόνταρε τα έπιπλα. Μια μέρα βρέθηκε στο φωτογραφικό στούντιο Κούκου όπου έπρεπε να φωτογραφηθούν τα έπιπλα. Εκεί είδε για πρώτη φορά επαγγελματική φωτογραφική μηχανή. Αρχισε να την επεξεργάζεται και «κόλλησε».
 
Εννέα χρόνια μετά ο 28χρονος, φωτογράφος πια, Ενρι Τσανάι παρουσιάζει την πρώτη ατομική του έκθεση. «Μια κουλτούρα του δρόμου» είναι ο τίτλος της, την επιμελείται ο φωτογράφος Καμίλο Νόλλας και εντάσσεται στο Athens Photo Festival. Για να βρεθεί ο νεαρός Αλβανός με τη δική του μηχανή στους δρόμους της Αθήνας, έπρεπε να ξεπεράσει πολλά εμπόδια. «Ηρθαμε με την οικογένειά μου από τα Τίρανα το 1991 για έναν συγκεκριμένο σκοπό να δουλέψουμε. Ημουν 11 χρόνων και έπρεπε να δουλεύω παράλληλα με το σχολείο, γι’ αυτό και τελείωσα το νυχτερινό Λύκειο» θυμάται. «Ολο λέγαμε ότι θα γυρίσουμε, όμως τα χρόνια περνούσαν και συνειδητοποίησα ότι μπορεί να μη γυρίσω ποτέ ξανά».

 

   

Αριστερά: Στα 11 του χρόνια βρέθηκε από τα Τίρανα στην Αθήνα. Εργάστηκε σκληρά σε λαϊκές, οικοδομές και αλλού, ώσπου τυχαία ανακάλυψε τη φωτογραφία Δεξιά: Μία από τις φωτογραφίες τού Ενρι Τσανάι: «Θέλω να φωτογραφίσω όλη την Ελλάδα, όπως έκανε ο Ρόμπερτ Φρανκ στην Αμερική», λέει

Οπότε κάτι έπρεπε να κάνει στη ζωή του. Οχι ότι είχε και πολύ χρόνο ελεύθερο να σκεφτεί. Συνεχώς δούλευε. Σε λαϊκές αγορές, σε οικοδομές, πλακάς… Η κοπελιά του όμως τότε σπούδαζε θεατρολόγος και του έλεγε: «Δεν κάνεις και συ τίποτα;»…

Τυχαία, πάλι, περνούσε έξω από το Φωτογραφικό Κύκλο του Πλάτωνα Ριβέλλη στο Κολωνάκι. Μπήκε μέσα, είδε μια έκθεση και το αποφάσισε.

«Γράφτηκα στη Σχολή τής Leica Academy. Βοήθησε πολύ και η οικογένειά μου. Μου άφησε το περιθώριο να προσπαθήσω, γιατί θα μπορούσαν να μου πουν, «όχι, πρέπει κι εσύ να δουλέψεις». Βέβαια τη σχολή την πλήρωσα μόνος μου…» Εκεί συνάντησε ξανά τον Κούκο, που φωτογράφιζε τα έπιπλα των «120», ως καθηγητή αυτή τη φορά.

Στα «120» καλυτέρευσε και τα ελληνικά του. Δανειζόταν τα βιβλία που χρησιμοποιούσαν στις εκθέσεις για ντεκόρ. Και τι βιβλία; Χέρμαν Εσε, παρακαλώ. Με τον «Σιντάρτα» εκπαιδεύτηκε! Του έκανε όμως καλό. Αρχισε να διαβάζει λογοτεχνία. Τώρα διαβάζει το «Στην άκρη της νύχτας» του Σελίν! «Αλλά είναι δύσκολο»…

Αγόρασε την πρώτη του μηχανή. Του την έκλεψαν. Πήρε και τη δεύτερη, ομοίως. «Μέσα σε διάστημα ενός χρόνου. Λεφτά δεν υπήρχαν. Οπότε σκέφτηκα να τα παρατήσω και να κάνω κάτι άλλο». Τότε ο ιδιοκτήτης της Σχολής Leica, Σπύρος Σκιαδόπουλος, τον έστειλε ως βοηθό φωτογράφο στο στούντιο του Νίκου Γιαννακόπουλου. Μόλις πληροφορήθηκε για το διαγωνισμό του Βρετανικού Συμβουλίου, δήλωσε συμμετοχή. Αφορούσε νέους φωτογράφους. Ο Νίκος Οικονομόπουλος είδε τη δουλειά του, τον επέλεξε και πέρσι ήταν ένας από τους 15 Ελληνες και ξένους φωτογράφους που έδειξαν τη δουλειά τους στην έκθεση «City Street» στο Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Αυτό ήταν. Από κει και πέρα η ζωή του έγινε ευκολότερη. Εκεί γνώρισε και τον Καμίλο Νόλλα.

Βρήκε δουλειά ως φωτογράφος στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», πρόσφατα ξεκίνησε συνεργασία και με το «BHMAgazino» και ψάχνει χρόνο για να φωτογραφίσει τα δικά του θέματα. Ονειρό του είναι να βρεθεί κάποια μέρα στο πρακτορείο Magnum.

Στις έγχρωμες φωτογραφίες της έκθεσης καταγράφει μια Αθήνα στην πιο ρεαλιστική, πεζή, σκληρή μορφή της. Το περιθώριο της πόλης, τόσο κοινωνικό όσο και χωροταξικό. Τα ρετάλια που διέφυγαν (ακόμη) την «αξιοποίηση». «Η Αθήνα είναι πάρα πολύ δύσκολη να τη φωτογραφίσεις γιατί δεν έχει κενούς χώρους, έχει παντού αυτοκίνητα και κίνηση, δεν έχει ομοιομορφία και πολλές μέρες το χρόνο το φως της είναι πολύ σκληρό. Καθώς όμως δεν έχω πολλά χρήματα για να ταξιδέψω αποφάσισα να ασχοληθώ με την πόλη, χωρίς καμιά πρόθεση να δείξω τη μιζέρια της. Με ενδιέφερε να αποτυπώσω τη στρέιτ πλευρά, γι’ αυτό και κρατώ τη μηχανή στο ύψος του ματιού, κοιτάω κατάματα, για να πετύχω μια ένταση στις στιγμές της πόλης που αποτυπώνω. Φωτογραφίζω τα πάντα, τυχαία, χωρίς καμιά σκηνοθεσία». Φιλοδοξία του είναι να φωτογραφίσει όλη την Ελλάδα. «Μ’ αρέσει πολύ η δουλειά του Αμερικανού Ρόμπερτ Φρανκ. Δεν νομίζω να την έχει κάνει άλλος φωτογράφος. Εχουν τέτοια ένταση οι εικόνες του που είναι σαν να σε τραβάνε μέσα τους, σε ταρακουνάνε και είναι τόσο απλές…». Του αρέσουν επίσης ο Αντρέ Κερτέζ και ο Μπρους Ντέιβινσον. «Μ’ αρέσουν φωτογράφοι που με το πέρασμα του χρόνου γίνονται καλύτεροι. Βλέπεις τη δουλειά τους και παραμένει αυθεντική». 

Θα ήθελε να καταφέρει να φωτογραφίσει και τα Τίρανα, όταν βρει χρόνο και χρήματα. Την οικογένειά του ακόμη δεν την έχει φωτογραφίσει. Και ας μαζεύει η μητέρα του κάθε Σάββατο με καμάρι τα τεύχη του «Ταχυδρόμου».

«Επέλεξα να ξεφύγω, άλλαξα παρέες, γνώρισα άλλους, μορφωμένους ανθρώπους και δεν υφίσταμαι τον καθημερινό ρατσισμό που ζει ένας Αλβανός στον Κορυδαλλό για παράδειγμα…» Τις προάλλες όμως, που πήγε στην Εφορία και παραπονέθηκε για κάποια καθυστέρηση, του είπε ο υπάλληλος «αν βιάζεσαι, να πας στην Αλβανία…»

** Τα εγκαίνια έγιναν την Παρασκευή 24 Οκτώβρη στην γκαλερί Φωτοπούλου στο Μαρούσι (Διάμεση 2 & Ερμού) τηλ.: 210-8020119. Διάρκεια έως 23 Νοεμβρίου.

Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ online
Advertisements

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: