jump to navigation

Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, ο αιρετικός. Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Posted by xalkida in Φωτογράφος.
trackback

«Η φωτογραφία έμοιαζε να είναι το τέλειο μέσο για τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, όπου τα πάντα κινούνταν με μεγάλες ταχύτητες. Αν έπρεπε να περιμένω δύο εβδομάδες για να δημιουργήσω ένα έργο, θα έχανα τον ενθουσιασμό μου. Θα κατέληγε καταναγκαστικό έργο και η αγάπη θα εξαφανιζόταν», έλεγε ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ το 1988, μια χρονιά πριν αφήσει την τελευταία του πνοή νικημένος από τον ιό του AIDS. Είκοσι χρόνια αργότερα, το Μουσείο Whitney της Νέας Υόρκης φέρνει στο φως σπάνιες πολαρόιντ του Αμερικανού φωτογράφου από την εποχή όπου πειραματιζόταν με τη φωτογραφία (διάρκεια έως 7/9).

Διαφορετική αφετηρία

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο 20χρονος τότε Μέιπλθορπ αναζητούσε το δρόμο του στις Τέχνες ως απόφοιτος του Ινστιτούτου Pratt του Μπρούκλιν στη γλυπτική και τη ζωγραφική. Αρχικά ασχολήθηκε με το κολάζ δημιουργώντας κατασκευές με φωτογραφίες πορνό περιοδικών, τυχαία αντικείμενα και έργα ζωγραφικής. Προκειμένου να έχει στη διάθεσή του τις εικόνες που εκείνος επιθυμούσε, απέκτησε μια μηχανή πολαρόιντ και έστρεψε το φακό στους φίλους του. Το μόνο που δεν τον ενδιέφερε ήταν να γίνει φωτογράφος. «Ποτέ δεν μου άρεσε η φωτογραφία. Το έκανα αποκλειστικά και μόνο για το ίδιο το αντικείμενο. Με ενθουσιάζουν οι φωτογραφίες όταν τις κρατώ στα χέρια μου», είχε πει.

Το έργο του Μέιπλθορπ από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και μετά ήταν έντονα ελεγχόμενο και στιλιζαρισμένο. Ομως, στα πρώτα χρόνια, όπου ανακάλυπτε τη φωτογραφία με τις πολαρόιντ να του δείχνουν άμεσα το αποτέλεσμα των προσπαθειών του, οι απόπειρές του ήταν ακριβώς το αντίθετο. Στη συλλογή των περίπου εκατό φωτογραφιών εκείνης της περιόδου, που εκτίθενται στο Μουσείο Whitney, σε σύνολο περίπου 1.500 έργων, ο αυθορμητισμός, η τρυφερότητα και η αμεσότητα χαρακτηρίζουν έντονα τα θέματά του. «Ηταν η εποχή όπου ο Μέιπλθορπ μάθαινε να βλέπει με φωτογραφικό μάτι», εξηγεί η επιμελήτρια της έκθεσης, Σίλβια Γουλφ.

Τα πιο πολλά από τα έργα εκείνης της εποχής ήταν τα αυτοπορτρέτα του, ενώ ανάμεσα σε εκείνους που πόζαραν για τα πρώιμα έργα του ήταν, ασφαλώς, η Πάτι Σμιθ, ο εραστής του Σαμ Γουάγκσταφ και η Μάριαν Φέιθφουλ.

Η σχέση του με την Πάτι Σμιθ είχε τις ρίζες της ακριβώς σε εκείνη την περίοδο στην οποία αναφέρεται η έκθεση του αμερικανικού Μουσείου. Οι δυο τους μοιράζονταν ένα δωμάτιο του διαβόητου ξενοδοχείου «Chelsea» στο Μανχάταν και η, μετέπειτα, ιέρεια της αμερικανικής πανκ σκηνής ενθάρρυνε όσο κανένας άλλος τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ να δοκιμάζει τα όριά του στις Τέχνες και τη φωτογραφία. Εκείνος τη φωτογράφιζε πάντα σε ασπρόμαυρο φιλμ, διατηρώντας στην ιστορία της ροκ μουσικής την εικόνα της νεαρής και ατίθασης ποιήτριας που ξύπνησε τη Νέα Υόρκη από το λήθαργο της ξεθυμασμένης, εκείνη την εποχή, flower power. Το εξώφυλλο του ιστορικού ντεμπούτου της με το δίσκο «Horses» φέρει την υπογραφή του Μέιπλθορπ.

Στο μάτι του κυκλώνα

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, η φωτογραφία είχε πλέον κερδίσει τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, που παρέμενε αστέρι των underground κύκλων της Νέας Υόρκης. Καλλιτέχνες, συνθέτες, επώνυμοι, αλλά και αστέρες των πορνό ταινιών και ανώνυμοι σε σαδομαζοχιστικά συμπλέγματα πέρασαν μπροστά από το φακό του. Η τεχνική του άψογη αλλά η προκλητικότητα των θεμάτων του ξεσήκωνε αντιδράσεις και σόκαρε τους ανυποψίαστους. Οι εκθέσεις του αναβάλλονταν ή ματαιώνονταν, ακόμη και μετά το θάνατό του, από το φόβο βίαιων αντιδράσεων. «Δεν μου αρέσει η λέξη “σοκάρω”. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι το απρόσμενο. Θέλω να βλέπω πράγματα που δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Είχα την ευκαιρία να τραβήξω τις συγκεκριμένες φωτογραφίες και το έκανα. Ενιωθα υποχρεωμένος να το κάνω», έλεγε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν αναφερόταν στα 70s.

Η δεκαετία του ’80 τον βρήκε να προσπαθεί να αποτυπώσει τις κλασικές φόρμες στα έργα του. Στο σκοτεινό του θάλαμο, όμως, η ατμόσφαιρα ήταν εντελώς διαφορετική. Οι πειραματισμοί του με το φιλμ συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση.

Ενα χρόνο πριν πεθάνει, δημιούργησε το Ιδρυμα που φέρει το όνομά του με στόχο την υποστήριξη της φωτογραφίας και των μουσείων που διοργανώνουν εκθέσεις φωτογραφίας, καθώς και της έρευνας για τη θεραπεία κατά του AIDS.

Το 1996 η Πάτι Σμιθ αφιέρωσε την ποιητική της συλλογή με τίτλο «The Coral Sea» στον πρόωρα χαμένο φίλο της, ενώ πριν από δύο χρόνια, το πορτρέτο του Αντι Γουόρχολ από τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ πουλήθηκε σε δημοπρασία έναντι του ποσού των 643.200 δολαρίων. Παραμένει έως σήμερα η έκτη πιο ακριβή φωτογραφία στον κόσμο.

Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ online

Advertisements

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: